Τρίτη 24 Ιουνίου 2014
Βάρκες κόντρα στο ρεύμα...
FRANCIS-SCOTT FITZGERALD: Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΚΑΤΣΜΠΥ
Πρέπει να με βγάλεις από εδώ μέσα ...
- Πρέπει να με βγάλεις από εδώ μέσα. Δε νομίζω ότι μπορώ ν’ αντέξω άλλο.
- Αυτό δε θα είναι εύκολο. Έχουν απαγγελθεί τόσες κατηγορίες εναντίον σας.(…)
- Κατηγορίες; Τι είδους κατηγορίες;
- Όλο το φάσμα, φοβάμαι. Από εγκληματική αδιαφορία μέχρι σεξουαλική κακοποίηση. Από συνωμοσία σε από τη μέχρι φόνο εξ αμελείας. Από συκοφαντική δυσφήμιση μέχρι ανθρωποκτονία εκ προμελέτης. Να συνεχίσω;
- Μα είμαι αθώος. Δεν έκανα τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
- Αυτό είναι ένα σημείο που επιδέχεται συζήτηση. Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία του καθενός.
- Κατηγορίες; Τι είδους κατηγορίες;
- Όλο το φάσμα, φοβάμαι. Από εγκληματική αδιαφορία μέχρι σεξουαλική κακοποίηση. Από συνωμοσία σε από τη μέχρι φόνο εξ αμελείας. Από συκοφαντική δυσφήμιση μέχρι ανθρωποκτονία εκ προμελέτης. Να συνεχίσω;
- Μα είμαι αθώος. Δεν έκανα τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
- Αυτό είναι ένα σημείο που επιδέχεται συζήτηση. Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία του καθενός.
PAUL AUSTER : ΕΝΟΧΕΣ ΔΙΧΩΣ ΤΥΨΕΙΣ
Το μέλλον είναι μόνο μια μορφή ρητορικού σχήματος, ένα φάσμα σκέψης.
Όμως το μέλλον δεν διαθέτει έναν τέτοιου είδους ρεαλισμό (όπως διαθέτει το εικονογραφικό παρελθόν και το αισθητό παρόν). Το μέλλον είναι μόνο μια μορφή ρητορικού σχήματος, ένα φάσμα σκέψης.
VLADIMIR NABOKOV: ΔΙΑΦΑΝΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ
Μια χειρονομία άρνησης κατάμουτρα στον χρόνο
«Ναι» του απάντησα. «Το βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι που σπάει τον πάγο στη θάλασσα μέσα μας. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;»
«Μια χειρονομία άρνησης κ...ατάμουτρα στον χρόνο. Παζάρεμα για την αθανασία».
«Αθάνατος δεν είναι κανένας. Ούτε καν τα βιβλία. Την υδρόγειο ολόκληρη, εδώ που πατάμε, θα τη ρουφήξει κάποτε ο ήλιος. Θα γίνει στάχτη. Και μετά το σύμπαν ολόκληρο θα καταρρεύσει και θα εξαφανιστεί μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Δεν θα επιβιώσει τίποτα, ούτε εγώ, ούτε εσύ και οπωσδήποτε δεν θα επιβιώσουν βιβλία που ενδιαφέρουν μειονότητες για τους φανταστικούς ακρίτες της Νότιας Αφρικής του δέκατου όγδοου αιώνα».
«Δεν αναφερόμουνα στην αθανασία ως επιβίωση εκτός του χρόνου. Εννοούσα την επιβίωση πέραν του φυσικού θανάτου».
«Θέλεις να σε διαβάζει ο κόσμος αφότου έχεις πεθάνει;»
«Η προοπτική αυτή μου δίνει μια παρηγοριά».
«Παρόλο που δεν θα είσαι παρών;»
«Παρόλο που δεν θα είμαι παρών».
«Ναι. αλλά γιατί ο κόσμος του μέλλοντος να κάθεται να διαβάζει το βιβλίο που έγραψες, αν δεν του λέει τίποτα, αν δεν τον βοηθάει να βρει ένα νόημα στη ζωή του;»
«Ίσως γιατί ακόμη θα τους αρέσει να διαβάζουν καλογραμμένα βιβλία».
JOHN M. COETZEE: ΘΕΡΟΣ - ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΖΩΗ
Δεν θα μας βοηθήσει την επόμενη φορά που μια παρόμοια λύπη θα έρθει
Ο θάνατος του Κιζούκι με είχε διδάξει κάτι, μια πίστη που ένιωθα ότι την είχα κάνει δική μου, κομμάτι του εαυτού μου: ο θάνατος υπάρχει, όχι ως το αντίθετο της ζωής αλλά ως μέρος της. Ζώντας καθένας τη ζωή του, τρέφουμε τον θάνατο. Μα όσο κι αν αυτό είναι αλήθεια, δεν είναι παρά μία μόνο από τις αλήθειες που πρέπει να μάθουμε. Ο θάνατος της Ναόκο με δίδαξε κάτι ακόμα: δεν υπάρχει αλήθεια ικανή να γιατρέψει τη λύπη. Δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε εντιμότητα ούτε δύναμη ούτε καλοσύνη ούτε τίποτα που να μπορεί να γιατρέψει αυτή τη λύπη. Πρέπει να την αντέξουμε ως το τέλος και να μάθουμε κάτι απ’ αυτή. Μα ό, τι κι αν μάθουμε, δεν θα μας βοηθήσει την επόμενη φορά που μια παρόμοια λύπη θα έρθει να μας συντρίψει απροειδοποίητα.
Haruki Murakami- Νορβηγικό δάσος
Haruki Murakami- Νορβηγικό δάσος
Δεν έχει προλάβει να εξομαλύνει την ιδέα του θανάτου ή της ανυπαρξίας
Ζούμε με κάποιες οικείες ιδέες. Δυο ή τρεις. Συναντάμε τυχαία κόσμους και ανθρώπους, τους «στιλβώνουμε», τους αλλάζουμε. Χρειάζονται δέκα χρόνια για να σχηματίσουμε μια εντελώς προσωπική ιδέα - για την οποία θα μπορούμε να μιλήσουμε. Φυσικά, αυτό είναι κάπως αποθαρρυντικό. Μα ο άνθρωπος κερδίζει εδώ μια κάποια οικειότητα με το όμορφο πρόσωπο του κόσμου. Μέχρι τότε τον έβλεπε αντικριστά. Χρειάζεται τώρα να κάνει ένα βήμα στο πλάι για να δει και το προφίλ του. Ο νέος κοιτάζει τον κόσμο καταπρόσωπο. Δεν έχει προλάβει να εξομαλύνει την ιδέα του θανάτου ή της ανυπαρξίας της οποίας ωστόσο έχει αναμασήσει τη φρίκη. Κάτι τέτοιο μάλλον είναι τα νιάτα, τούτο το σκληρό τετ-α-τετ με το θάνατο, ο φυσιολογικός φόβος του ζώου που αγαπά τον ήλιο. Αντίθετα με όσα λέγονται, ως προς αυτό τουλάχιστον, η νιότη δεν έχει ψευδαισθήσεις. Δεν είχε το χρόνο ούτε την ευλάβεια να τις δημιουργήσει.
Albert Camus-Οι γάμοι
Η πλειονότητα των ανθρώπων αρρωσταίνει επειδή δεν ξέρει να πει τι βλέπει και τι σκέφτεται.
Η πλειονότητα των ανθρώπων αρρωσταίνει επειδή δεν ξέρει να πει τι βλέπει και τι σκέφτεται.
Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από το να ορίσεις με λόγια μια σπείρα.
Είναι απαραίτητο, λένε, να κανείς στον αέρα, με το χέρι και χωρίς φιλολογίες, την κίνηση, που ανεβαίνει στριφογυρίζοντας με κανονικότητα, με την οποία η αφηρημένη μορφή των ελατήριων ή ορισμένων κλιμακοστάσιων αποκτά υπόσταση στο βλέμμα μας. Αλλά, αν θυμόμαστε πως λέω είναι ανανεώνω, θα ορίσουμε μια σπείρα χωρίς δυσκολία: είναι ένας κύκλος που ανεβαίνει χωρίς ποτέ να κατορθώνει να ολοκληρωθεί. Η πλειονότητα των ανθρώπων, το γνωρίζω καλά, δε θα τολμούσαν αυτό τον ορισμό, γιατί υποθέτουν ότι ορίζω είναι λέω αυτό που οι άλλοι θέλουν να πούμε, και όχι αυτό που πρέπει να πούμε για να δώσουμε τον ορισμό. Θα έλεγα καλυτέρα: η σπείρα είναι ένας εν δυνάμει κύκλος που διπλασιάζεται ανεβαίνοντας χωρίς ποτέ να πραγματοποιείται. Αλλά, όχι, πρόκειται ακόμα για έναν αφηρημένο ορισμό. Θα προσπαθήσω με συγκεκριμένες έννοιες και θα γίνει αμέσως φανερό: μια σπείρα είναι ένα φίδι χωρίς φίδι που τυλίγεται κάθετα γύρω από το τίποτα.
Είναι απαραίτητο, λένε, να κανείς στον αέρα, με το χέρι και χωρίς φιλολογίες, την κίνηση, που ανεβαίνει στριφογυρίζοντας με κανονικότητα, με την οποία η αφηρημένη μορφή των ελατήριων ή ορισμένων κλιμακοστάσιων αποκτά υπόσταση στο βλέμμα μας. Αλλά, αν θυμόμαστε πως λέω είναι ανανεώνω, θα ορίσουμε μια σπείρα χωρίς δυσκολία: είναι ένας κύκλος που ανεβαίνει χωρίς ποτέ να κατορθώνει να ολοκληρωθεί. Η πλειονότητα των ανθρώπων, το γνωρίζω καλά, δε θα τολμούσαν αυτό τον ορισμό, γιατί υποθέτουν ότι ορίζω είναι λέω αυτό που οι άλλοι θέλουν να πούμε, και όχι αυτό που πρέπει να πούμε για να δώσουμε τον ορισμό. Θα έλεγα καλυτέρα: η σπείρα είναι ένας εν δυνάμει κύκλος που διπλασιάζεται ανεβαίνοντας χωρίς ποτέ να πραγματοποιείται. Αλλά, όχι, πρόκειται ακόμα για έναν αφηρημένο ορισμό. Θα προσπαθήσω με συγκεκριμένες έννοιες και θα γίνει αμέσως φανερό: μια σπείρα είναι ένα φίδι χωρίς φίδι που τυλίγεται κάθετα γύρω από το τίποτα.
Όλη η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια προκειμένου η ζωή μας να γίνει πραγματική. Όπως το γνωρίζουμε όλοι μας, ακόμα κι όταν ενεργούμε χωρίς να το γνωρίζουμε, η ζωή είναι απολύτως μη πραγματική στην άμεση πραγματικότητα της. Οι εξοχές, οι πόλεις, οι ιδέες, είναι πράγματα απολύτως πλασματικά, τέκνα της πολύπλοκης αίσθησης του ίδιου μας του εαυτού. Όλες μας οι εντυπώσεις είναι αμετάδοτες, εκτός κι αν τις κάνουμε λογοτεχνικές. Τα παιδιά είναι πολύ λογοτεχνικά γιατί λένε πώς αισθάνονται και όχι πώς πρέπει να αισθάνεται κάποιος συμφώνα με το πώς αισθάνεται κάποιος άλλος. Μια μέρα άκουσα ένα παιδί να λέει, θέλοντας να πει πως ήταν έτοιμο να κλάψει, όχι "Μου ‘ρχεται να κλάψω", που θα ήταν αυτό που θα έλεγε ένας ενήλικας, δηλαδή ένας ηλίθιος, αλλά "Μου ‘ρχονται δάκρυα". Και αυτή η πρόταση, η απολύτως λογοτεχνική, σε σημείο που θα την αποδίδαμε σε κάποιον φημισμένο ποιητή, αν βρισκόταν κάποιος για να την πει, αναφέρεται σαφέστατα στη θερμή παρουσία των δακρύων που πέφτουν από τα βλέφαρα, τα οποία έχουν πλήρη συνείδηση της υγρής πικράδας. "Μου ‘ρχονται δάκρυα!". Το παιδάκι αυτό όρισε θαυμάσια τη σπείρα του.
Να λες. Να ξέρεις να λες. Να ξέρεις να υπάρχεις μεσ’ από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα!
Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου δίχως νόημα ουρανού.
Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου δίχως νόημα ουρανού.
Το βιβλίο της ανησυχίας -Fernando Pessoa
Όλα τούτα έπαθαν μεγάλο στραπάτσο αυτές τις μέρες-Nίκος Εγγονόπουλος
Τι σημασία μπορεί να ‘χει η γνώμη ενός καλλιτέχνη στα χρόνια μας;
Αγαπώ με πάθος την ελευθερία, τη Δημοκρατία, την τάξη, τη νομιμότητα, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής. Όλα τούτα έπαθαν μεγάλο στραπάτσο αυτέςτις μέρες.
Τι σημασία μπορεί να ‘χει η γνώμη ενός καλλιτέχνη στα χρόνια μας;
Αγαπώ με πάθος την ελευθερία, τη Δημοκρατία, την τάξη, τη νομιμότητα, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής. Όλα τούτα έπαθαν μεγάλο στραπάτσο αυτέςτις μέρες.
Τι σημασία μπορεί να ‘χει η γνώμη ενός καλλιτέχνη στα χρόνια μας;
Τετάρτη 14 Μαΐου 2014
Δικαιώματα του Αναγνώστη
1. Το δικαίωμα να μη διαβάζεις
2. Το δικαίωμα να προσπερνάς σελίδες
3. Το δικαίωμα να μην τελειώνεις το βιβλίο
4. Το δικαίωμα να ξαναδιαβάζεις το βιβλίο
5. Το δικαίωμα να διαβάζεις οτιδήποτε
6. Το δικαίωμα να δραπετεύεις από το βιβλίο
7. Το δικαίωμα να διαβάζεις οπουδήποτε
8. Το δικαίωμα να ξεφυλλίζεις
9. Το δικαίωμα να διαβάζεις δυνατά
10. Το δικαίωμα να μην υπερασπίζεσαι τα αναγνωστικά σου γούστα
2. Το δικαίωμα να προσπερνάς σελίδες
3. Το δικαίωμα να μην τελειώνεις το βιβλίο
4. Το δικαίωμα να ξαναδιαβάζεις το βιβλίο
5. Το δικαίωμα να διαβάζεις οτιδήποτε
6. Το δικαίωμα να δραπετεύεις από το βιβλίο
7. Το δικαίωμα να διαβάζεις οπουδήποτε
8. Το δικαίωμα να ξεφυλλίζεις
9. Το δικαίωμα να διαβάζεις δυνατά
10. Το δικαίωμα να μην υπερασπίζεσαι τα αναγνωστικά σου γούστα
(DANIEL PENNAC, ΣΑΝ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)
Πολεμάς την επιπολαιότητά σου ...
Πολεμάς την επιπολαιότητά σου, τη ρηχότητά σου, έτσι ώστε να δοκιμάσεις να πλησιάσεις τους άλλους χωρίς απατηλές προσδοκίες, χωρίς υπερβολική προκατάληψη, ελπίδα ή υπεροψία, προσπαθώντας όσο μπορείς να μη μοιάζεις με τανκς, χωρίς κανόνια, πολυβόλα κι ατσάλινη θωράκιση 15 πόντους πάχος• τους πλησιάζεις χωρίς καθόλου να τους απειλείς, πατώντας στα δέκα σου δάχτυλα και όχι ξεριζώνοντας τη χλόη με τα ερπυστριοφόρα πέλματά σου, δέχεσαι μ’ ανοιχτό μυαλό ν’ αναμετρηθείς μαζί τους, σαν ίσος προς ίσο, σαν άντρας προς άντρα, όπως λέγαμε παλιά, και παρ’ όλ’ αυτά δεν αποφεύγεις να τους παρεξηγήσεις. Μπορεί εξάλλου το μυαλό σου να δουλεύει σαν τανκς. Τους παρεξηγείς πριν ακόμα τους συναντήσεις, ενώ περιμένεις να τους συναντήσεις• τους παρεξηγείς ενώ βρίσκεσαι μαζί τους• και μετά γυρίζεις σπίτι σου, μιλάς με κάποιον άλλο για την συνάντηση και τους παρεξηγείς ακόμα μια φορά. Και επειδή το ίδιο ισχύει εν γένει για τους άλλους μ’ εσένα, η όλη υπόθεση είναι μια τρομερή πλάνη που στερείται οποιασδήποτε αντίληψης, μια εκπληκτική φάρσα εσφαλμένης αντίληψης. Κι όμως, τι κάνουμε γι’ αυτή τη σημαντικότατη υπόθεση που λέγεται οι άλλοι άνθρωποι, η οποία χάνει τη σημασία που νομίζουμε ότι έχει και αποκτά σημασία καταγέλαστη; Τόσο ανίκανοι είμαστε όλοι να προβλέψουμε τις εσωτερικές διεργασίες και τους αόρατους σκοπούς ο ένας του άλλου; Θα σηκωθεί ο καθένας μας να φύγει, θα κλειδώσει την πόρτα του και θ’ απομονωθεί, όπως κάνουνε οι μοναχοί ή συγγραφείς, σ’ ένα ηχομονωμένο κελί, για να καλεί γύρω του ανθρώπους από λέξεις και ύστερα να υποστηρίζει ότι αυτοί οι άνθρωποι από λέξεις είναι πιο κοντά στο γνήσιο απ’ ότι οι πραγματικοί άνθρωποι που τους κατακρεουργούμε καθημερινώς με την άγνοιά μας; Παραμένει γεγονός ότι το να καταλαβαίνεις τους ανθρώπους σωστά δεν είναι η ουσία της ζωής έτσι κι αλλιώς. Η ουσία της ζωής είναι να τους καταλαβαίνεις λάθος, να τους καταλαβαίνεις λάθος και πάλι λάθος και ξανά λάθος και μετά, αφού το ξανασκέφτεσαι προσεκτικά, να τους καταλαβαίνεις και πάλι λάθος. Έτσι ξέρουμε ότι είμαστε ζωντανοί: κάνοντας λάθος. Το καλύτερο θα ήταν ίσως να ξεχάσουμε το αν πέφτουμε μέσα ή έξω με τους ανθρώπους και να συμμετέχουμε από απλή περιέργεια. Αλλά έτσι και το πετύχεις αυτό – είσαι τυχερός.
Από το <<Αμερικανικό ειδύλλιο>> του Φίλιπ Ροθ.
Από το <<Αμερικανικό ειδύλλιο>> του Φίλιπ Ροθ.
... και αναρωτιόμαστε φωναχτά "μα καλά, ποιοι πάνε και τους ψηφίζουν αυτούς;"
Από <<Το ουράνιο TALKSHOW>> του απολαυστικου Κωστάκη Ανάν.
Το φορτηγό σταμάτησε στη μέση του δρόμου και από το μεγάφωνό του μια φωνή άρχισε να διαλαλεί: "Εντός ολίγου θα μοιραστούν σε όλους δωρεάν γυάλινες μυγοσκοτώστρες, μαζευτείτε, κυρίες και κύριοι, μην παραλείψετε να πάρετε, είναι εντελώς άχρηστο αλλά είναι δωρεάν, θα πάρει ο άλλος και εσύ όχι; ελάτε, κυρίες και κύριοι. . ." και συνέχισε να επαναλαμβάνει τα ίδια, μέχρι που από περιέργεια μαζεύτηκαν κάποιοι, το φορτηγό καθυστερούσε να ανοίξει, μαζεύτηκαν κι άλλοι, αναμονή, "εντός ολίγου, κυρίες και κύριοι", μικροσπρωξίματα, "εγώ ήμουν πριν από εσάς, κυρία μου", ένταση, τσαμπουκάδες, γριές ημιλιπόθυμες, και όταν τελικά άνοιξε η πίσω πόρτα του φορτηγού έγινε το έλα να δεις, έπεσαν μπουκέτα στην ψύχρα, παιδιά χάσανε τις μανάδες τους, ηλικιωμένοι ξεψύχησαν στο πεζοδρόμιο, και όλα αυτά επειδή: α) ήταν τσάμπα, β) "δεν κατάλαβα, εγώ μαλάκας είμαι να πάρουν όλοι και εγώ να μην πάρω;" Ηθικόν δίδαγμα: Μας αξίζει, και με το παραπάνω, κάθε καραγκιόζης δήμαρχος, νομάρχης, βουλευτής και υπουργός που βλέπουμε στην τηλεόραση και αναρωτιόμαστε φωναχτά "μα καλά, ποιοι πάνε και τους ψηφίζουν αυτούς;"
Η ζέστη είναι αποπνικτική, τα στήθη της μεγάλα. Έχω απλώσει την πετσέτα μου λίγα μέτρα μακριά από τη δική της, και κάνω ότι διαβάζω απορροφημένος το βιβλίο μου, καθώς εκείνη, ξαπλωμένη μπρούμυτα, κάνει ηλιοθεραπεία έχοντας λύσει το σουτιέν ...για να μαυρίσει η πλάτη της ομοιόμορφα. Το βιβλίο μου είναι ένα θλιβερό «συγκλονιστικό ιστορικό μυθιστόρημα», από αυτά όπου πανίσχυροι μασόνοι κυβερνούν τον κόσμο χάρη στον ιερό νυχοκόπτη της Παναγίας, που περνάει από γενιά σε γενιά, αιώνες τώρα, μέχρι προχθές τουλάχιστον που κάποιος τον έκλεψε από τη μυστική κρύπτη στις γυναικείες τουαλέτες της πυραμίδας του Χέοπα.
Μοιραία λοιπόν το ενδιαφέρον εστιάζεται στο πότε θα γυρίσει ανάσκελα το μανούλι, και αν θέλει να μαυρίσει ομοιόμορφα και από μπροστά.
Και πάνω που κοιτάζει το ρολόι της και αρχίζει να ανασηκώνεται για να γυρίσει, σκάει μύτη ένας τύπος ντυμένος Αϊ-Βασίλης και έρχεται και κάθεται ανάμεσα μας, μπλοκάροντας μου ανεπίτρεπτα τη θέα προς τη θεά... Κοιτάω γύρω μου ελπίζοντας να δω το νοσοκόμο με την τεράστια απόχη και μπροστά του το γιατρό που δείχνει προς το μέρος μας φωνάζοντας «εκεί, ανάμεσα στην γκόμενα και το λιγούρη!», μπας και τον μαζέψουν, αλλά δεν υπάρχει κανείς. […]
Μοιραία λοιπόν το ενδιαφέρον εστιάζεται στο πότε θα γυρίσει ανάσκελα το μανούλι, και αν θέλει να μαυρίσει ομοιόμορφα και από μπροστά.
Και πάνω που κοιτάζει το ρολόι της και αρχίζει να ανασηκώνεται για να γυρίσει, σκάει μύτη ένας τύπος ντυμένος Αϊ-Βασίλης και έρχεται και κάθεται ανάμεσα μας, μπλοκάροντας μου ανεπίτρεπτα τη θέα προς τη θεά... Κοιτάω γύρω μου ελπίζοντας να δω το νοσοκόμο με την τεράστια απόχη και μπροστά του το γιατρό που δείχνει προς το μέρος μας φωνάζοντας «εκεί, ανάμεσα στην γκόμενα και το λιγούρη!», μπας και τον μαζέψουν, αλλά δεν υπάρχει κανείς. […]
Δευτέρα 5 Μαΐου 2014
Η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές μετρέσες, έχουν λίγους εραστές.
Ο Camus γράφει ότι τα μέσα για να μπορεί να παραμείνει ελεύθερος ένας δημοσιογράφος είναι τέσσερα : διαύγεια, άρνηση, ειρωνεία και υπομονή.
Αντιγράφουμε απόσπασμα αυτού του κειμένου :
‘’Και φτάνουμε έτσι στην ειρωνεία. Μπορεί κανείς να δεχθεί, θεωρητικά, πως ένα πνεύμα που θέλει και μπορεί να επιβάλει περιορισμούς είναι αδιαπέραστο στην ειρωνεία. Δεν βλέπουμε τον Χίτλερ, για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα ανάμεσα σε άλλα, να χρησιμοποιεί τη σωκρατική ειρωνεία. Η ειρωνεία παραμένει λοιπόν ένα άνευ προηγουμένου όπλο εναντίον των υπερβολικά ισχυρών.
Συμπληρώνει την άρνηση υπό την έννοια ότι επιτρέπει, όχι απλώς να απορρίπτουμε το ψευδές, αλλά να λέμε συχνά το αληθές. Ένας ελεύθερος δημοσιογράφος, το 1939, δεν συντηρεί πολλές ψευδαισθήσεις για την ευφυΐα αυτών που τον καταπιέζουν. Είναι απαισιόδοξος όσον αφορά τον άνθρωπο. Μια αλήθεια που διατυπώνεται σε δογματικό τόνο εννέα φορές στις δέκα λογοκρίνεται. Η ίδια αλήθεια ειπωμένη ευχάριστα δεν λογοκρίνεται παρά πέντε φορές στις δέκα. Ένας ελεύθερος δημοσιογράφος λοιπόν, το 1939, είναι απαραίτητα ειρωνικός, αν και συχνά παρά τη θέλησή του. Η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές μετρέσες, έχουν λίγους εραστές.
Συμπληρώνει την άρνηση υπό την έννοια ότι επιτρέπει, όχι απλώς να απορρίπτουμε το ψευδές, αλλά να λέμε συχνά το αληθές. Ένας ελεύθερος δημοσιογράφος, το 1939, δεν συντηρεί πολλές ψευδαισθήσεις για την ευφυΐα αυτών που τον καταπιέζουν. Είναι απαισιόδοξος όσον αφορά τον άνθρωπο. Μια αλήθεια που διατυπώνεται σε δογματικό τόνο εννέα φορές στις δέκα λογοκρίνεται. Η ίδια αλήθεια ειπωμένη ευχάριστα δεν λογοκρίνεται παρά πέντε φορές στις δέκα. Ένας ελεύθερος δημοσιογράφος λοιπόν, το 1939, είναι απαραίτητα ειρωνικός, αν και συχνά παρά τη θέλησή του. Η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές μετρέσες, έχουν λίγους εραστές.
Είναι προφανές πως αυτή η πνευματική στάση δεν μπορεί να συντηρηθεί αποτελεσματικά χωρίς ένα ελάχιστο επιμονής. Πολλά εμπόδια τίθενται στην ελευθερία της έκφρασης. Δεν είναι τα πιο σοβαρά που μπορούν να αποθαρρύνουν ένα πνεύμα. Γιατί οι απειλές, οι παύσεις, οι διώξεις έχουν γενικά στη Γαλλία το αντίθετο από το ποθούμενο αποτέλεσμα. Πρέπει όμως να παραδεχτούμε πως υπάρχουν εμπόδια που αποθαρρύνουν: η σαθρή ανοησία, η οργανωμένη νωθρότητα, η επιθετική βλακεία, και αυτά είναι μόνο μερικά. Να το μεγάλο εμπόδιο επί του οποίου πρέπει να θριαμβεύσουμε. Η επιμονή είναι εδώ θεμελιώδης αρετή. Με τρόπο παράδοξο αλλά προφανή, τίθεται στην υπηρεσία της αντικειμενικότητας και της ανοχής.
Ιδού λοιπόν ένα σύνολο κανόνων για τη διατήρηση της ελευθερίας ακόμη και στους κόλπους της δουλείας. Και μετά; Θα ρωτήσει κάποιος. Μετά; Ας μη βιαζόμαστε. Αν κάθε Γάλλος θελήσει να προστατεύσει στη σφαίρα του ό,τι θεωρεί αληθές και δίκαιο, αν θελήσει να βοηθήσει με τον αδύναμο τρόπο του στην περιφρούρηση της ελευθερίας, να αντισταθεί στην εγκατάλειψη και να κάνει γνωστή τη βούλησή του, τότε και μόνο τότε αυτός ο πόλεμος θα κερδηθεί, με την ουσιαστική έννοια της λέξης. Η αρετή του ανθρώπου είναι να αντέξει απέναντι σε ό,τι τον ακυρώνει.’’
(Το παραπάνω απόσπασμα είναι αντιγραφή από αναδημοσίευση και μετάφραση τμήματος του κειμένου του Albert Camus στηνεφημερίδα Τα Νέα 27/3/2012)
Κυριακή 4 Μαΐου 2014
Κυριακή 20 Απριλίου 2014
Πάσχα στην Ν.Υόρκη -Μπλαιζ Σαντράρ
Κύριε, είναι σήμερα η μέρα της γιορτής Σου·
Σ’ ένα βιβλίο παλιό τα θεία Σου πάθη διάβασα,
Την αγωνία, τα έργα Σου κι όλα τα θεία Σου
λόγια,
Που κλαίνε στις σελίδες του μονότονα, γλυκά.
Για τη θανή Σου μού ‘λεγε ένας καλόγερος
παλιός
Την ιστορία Σου γράφοντας με γράμματα χρυσά
Σ’ ένα βιβλίο λειτουργικό που ‘χε στα γόνατά
του.
Κύριε, από Σένα εμπνέονταν κι ευλαβικά το
δούλευε.
Κάτω απ’ τη σκέπη του βωμού ντυμένος στ’
άσπρα κάθονταν
Κι από Δευτέρα ώς Κυρικαή μ’ αργό ρυθμό
συνέχιζε.
Στου αναπαμού του το κατώφλι οι ώρες
σταματούσανε
Κι αυτός αποξεχνιότανε, σκυμμένος στο
πορτραίτο Σου.
Εσπερινός – στον πύργο ηχούσαν οι καμπάνες,
Μα ο μοναχός δεν ήξερε αν ήτανε η αγάπη του,
Ή αν ήτανε η αγάπη Σου, Κύριε, ή ο Θεός
Πατέρας
Που χτύπαγε με δύναμη τις πόρτες της μονής.
Μοιάζω με τον καλόγερο απόψε, είμαι ανήσυχος.
Στο διπλανό δωμάτιο, πίσω απ’ την πόρτα
αμίλητος
Προσμένει μες στη θλίψη του κάποιος να τον
καλέσω:
Συ Κύριε, ο Θεός, εγώ, – η Αιωνιότητα.
Δεν Σε είχα τότε, Κύριε, γνωρίσει – μα ούτε
τώρα.
Και προσευχές δεν έκανα σαν ήμουνα παιδί.
Όμως απόψε η σκέψη Σου μ ‘έχει γεμίσει τρόμο
Κι η ψυχή μου, μια χήρα που βαρυπενθεί στα
πόδια του Σταυρού·
Χήρα η ψυχή μου μαυροφόρα – είν’ η Μητέρα Σου,
Ζωγραφισμένη απ’ τον Καριέρ, αδάκρυτη κι
ανέλπιδη.
Ξέρω όλους τους Εσταυρωμένους όλων των
μουσείων·
Εσύ όμως, Κύριε, περπατάς δίπλα, κοντά μου,
απόψε.
Και κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας στην κάτω πόλη
Με κυρτωμένη πλάτη, καρδιά ρυτιδωμένη, μυαλό
που καίει στον πυρετό.
Τ’ ολάνοιχτό Σου το πλευρό σαν ένας ήλιος
θεόρατος
Και γύρω του τρεμάμενα τα χέρια Σου να
βγάζουν σπίθες.
Τα τζάμια των σπιτιών γεμάτα αίμα
Και πίσω τους γυναίκες σαν αιμάτινα λουλούδια,
Παράξενα λουλούδια κι άσχημα και μαραμένα·
είν’ ορχιδέες,
Σαν αναποδογυρισμένα δισκοπότηρα κάτω απ’ τις
τρεις πληγές Σου.
Το αίμα Σου κι αν μαζέψανε, δεν το ήπιανε
ποτέ·
Αυτές φορούν στους πισινούς δαντέλες και στα
χείλη κοκκινάδι.
Όμως του Πάθους τα λουλούδια είναι λευκά σαν
τα κεριά
Κι είναι τα πιο γλυκά μέσα στον κήπο της
Παρθένου.
Λοιπόν την ώρα εκείνη, κατά τις εννιά,
Η κεφαλή Σου, Κύριε, έγειρε στην καρδιά Σου.
Κάθομαι τώρα εδώ στου ωκεανού την άκρη
Και μού ‘ρχεται πάλι στο νου γερμανικός
ψαλμός,
Που ανιστορεί με λόγια απλά, πάναγνα και γλυκά
Την ωραιότητα της θείας μαρτυρικής μορφής Σου.
Μέσα σε μια εκκλησία της Σιένας, σ’ ένα
υπόγειο,
Στον τοίχο, κάτω απ’ το πανί, την ίδια είδα
μορφή.
Και σ’ ένα του Μπουριέ-Βλαντισλάς ερημητήριο
Την ίδια ανάγλυφη χρυσή, μες στη λειψανοθήκη.
Κι είδα κάτι παράξενα καρφιά στη θέση των
ματιών,
Που οι χωρικοί τ’ ασπάζονταν γονατιστοί – τα
μάτια Σου.
Η ίδια μορφή στης Βερονίκης το μαντήλι είναι
ζωγραφισμένη
Γι’ αυτό κι είναι η Αγία Σου, η Αγία Βερονίκη.
Αυτό λοιπόν, το πιο πολύτιμο απ’ τα λείψανα,
γυρίζει τους αγρούς
Κι όλους, σε σώμα και ψυχή, τους άρρωστους γιατρεύει.
Τόσα κι άλλα η μορφή Σου χίλια κάνει θαύματα
Που όμως ούτ’ ένα τους ποτέ δεν είδα με τα
μάτια μου.
Ίσως η πίστη, Κύριε, κι η καλοσύνη λείπει
Σε μένα για να δω ποτέ της Ομορφιάς τη λάμψη.
Κι όμως έκανα, Κύριε, ταξίδι επικίνδυνο
Για να δω την εικόνα Σου, σ’ ένα σμαράγδι
χαραγμένη.
Κάνε να πέσει από το πρόσωπό μου, στα χέρια
στηριγμένο,
Της αγωνίας η μάσκα που με πνίγει.
Και κάνε τα δυο χέρια μου, στο στόμα
στηριγμένα,
Τους άγριους της απόγνωσης αφρούς να μη
γευτούν
Είμαι θλιμμένος κι άρρωστος. Ίσως να φταις
Εσύ,
Ίσως να φταίει άλλος κανείς. Ίσως να φταις
Εσύ.
Κύριε, Εσύ θυσιάστηκες για τους φτωχούς του
κόσμου·
Νάτοι, σα ζώα, όλοι μαζί, μες στα φτωχοκομεία.
Έρχονται απ’ τον ορίζοντα μαύρα μεγάλα πλοία
Και τους αδειάζουν σωρηδόν σε γέφυρες πλωτές.
Έλληνες, Ιταλοί, Σπανιόλοι, Ρώσοι,
Και Βούλγαροι και Πέρσες και Μογγόλοι·
Ζώα του τσίρκου που σαλτάρουν τους
μεσημβρινούς
Και που τους ρίχνουν, σα σε σκύλους, ένα
κομμάτι μαύρο κρέας.
Αυτό το βρώμικο φαΐ είν’ όλη η ευτυχία τους.
Κύριε, λυπήσου τους λαούς του κόσμου που
υποφέρουν.
Κύριε, άκου στα γκέτο του, τον όχλο των
Εβραίων·
Όλοι τους είναι πρόσφυγες από την Πολωνία.
Ξέρω, το ξέρω, Κύριε, αυτοί είναι που Σε
δίκασαν,
Μα πίστεψέ το πώς δεν είναι ολότελα κακοί.
Χάλκινες λάμπες τούς φωτίζουν μες στα
μικρομάγαζα
Κι εκεί πουλούν όπλα, βιβλία, ρούχα παλιά.
Του Ρέμπραντ του άρεσε να ζωγραφίζει επάνω
στα παλιόρουχά τους.
Απόψε εγώ παζάρεψα εκεί ένα μικροσκόπιο.
Κύριε, αλίμονο! Το Πάσχα σαν τελειώσει, εδώ
δε θα ‘σαι πια!
Κύριε, λυπήσου τους Εβραίους μες στις
παράγκες.
Οι ταπεινές γυναίκες που μαζί σου ανέβηκαν
στο Γολγοθά
Σ’ άθλιους σοφάδες κάθονται, κρυμμένες μες
στις τρώγλες.
Μολύνθηκαν κι αυτές από τους άντρες τους.
Σκυλιά τούς ροκανίσανε τα κοκάλα, και μες στο
ρούμι
Κρύβουν την άθλια αρρώστια που τις
ξεφλουδίζει.
Σαν μου μιλήσει μια απ’ αυτές λιποθυμάω,
Κύριε.
Θα ‘θελα να ‘μαι Εσύ, για να αγαπήσω όλες τις
πόρνες·
Κύριε, συμπόνεσε τις πόρνες.
Στη συνοικία βρίσκομαι όπου θα δεις τους
κλέφτες,
Τους άφραγκους, τ’ αλάνια, τους
κλεπταποδόχους.
Σκέφτομαι τώρα στο Σταυρό τούς δυο ληστές
μαζί Σου·
Ξέρω, στη δυστυχία τους θα τους χαμογελάσεις.
Κύριε, ο ένας τους ήθελε ένα σκοινί με κόμπο,
Αλλά κοστίζει το σκοινί, δεν το χαρίζουν,
Κύριε.
Μιλούσε σαν φιλόσοφος ο γέρο-κατεργάρης. Κι
εγώ με λίγο όπιο
Πιο γρήγορα τον έστειλα στην πύλη του
Παράδεισου.
Σκέφτομαι ακόμη αυτούς τους μουσικούς των
δρόμων,
Τον τυφλό βιολιστή, τον κουλό με τη λατέρνα,
Την τραγουδίστρια με το ψάθινο καπέλο και τα
ψεύτικα, χάρτινα ρόδα·
Το ξέρω, αυτοί μας τραγουδούν στους αιώνες
των αιώνων.
Κύριε, ελέησέ τους, κι όχι αν θες με του
γκαζιού το στόμιο.
Χρήματα, δώσ’ τους χρήματα σ’ αυτόν εδώ τον
κόσμο.
Κύριε, όταν παρέδωσες σκιστήκαν οι ουρανοί,
Ό,τι κι αν φανερώθηκε κανένας δε μας το ‘πε.
Χρυσός και ματωμένος τώρα, όλο σκουπίδι και
φωτιά,
Ο δρόμος μοιάζει σα να σκίζει λες τη νύχτα.
Αυτοί που απ’ το ναό με το μαστίγιο έδιωξες
Με χέρι δολοφονικό τον κόσμο μαστιγώνουν.
Και τ’ Άστρο Σου που χάθηκε από τη φάτνη τότε
Πάνω στους τοίχους καίγεται μες στο σκληρό το
φως των θεαμάτων.
Σαν χρηματοκιβώτιο η φωτισμένη τράπεζα:
Εκεί έπηξε, Κύριε, το αίμα απ’ το θάνατό Σου.
Οι δρόμοι, πάει, ερήμωσαν κι όλο και
σκοτεινιάζουν.
Τρεκλίζω σα μεθύστακας πάνω στα πεζοδρόμια.
Φοβάμαι τις μεγάλες σκιερές φτερούγες των
σπιτιών.
Φοβάμαι. Ακούω πίσω μου βήματα και δεν τολμάω
να στρε΄ψω.
Κάποιος κουτσαίνει πηδηχτά κι όλο με
πλησιάζει.
Φοβάμαι. Και ζαλίζομαι. Και σταματάω επίτηδες.
Ένα φριχτό υποκείμενο μού ρίχνει κακό βλέμμα
Που με περνάει σα μαχαιριά – κι ύστερα φεύγει.
Κύριε, απ’ τον καιρό που πια δεν είσαι
βασιλιάς δεν έχει αλλάξει τίποτε,
Μόνο που το κακό έγινε δεκανίκι του Σταυρού
Σου.
Κατεβαίνω τ’ άθλια σκαλιά ενός καφενείου
Και να ‘μαι καθισμένος μπρος σ’ ένα φλιτζάνι
τσάι.
Κινέζοι το ‘χουν που χαμογελούν λες με την
πλάτη,
Σκύβουν κι είναι σαν πίθηκοι γυαλιστεροί.
Το μαγαζί μικρό, είναι βαμμένο κόκκινο
Και μες σε κάδρα από μπαμπού, παράξενες
χρωμολιθογραφίες.
Από εκατό μεριές ο Χο-Κουσάι ένα βουνό
ζωγράφισε.
Πώς θα ‘ταν, Κύριε, η μορφή Σου ζωγραφισμένη
από Κινέζο;
Να μια ιδέα που στην αρχή μ’ έκανε να γελάσω.
Ήταν σα να ‘δα μπρος μου το μαρτύριό Σου… εν
περιλήψει.
Όμως στ’ αλήθεια το μαρτύριο αυτό θα το
ζωγράφιζε ο Κινέζος
Πολύ σκληρότερα απ’ ότι οι δυτικοί ζωγράφοι
μας.
Γυριστές κάμες θα πριόνιζαν τις σάρκες Σου,
Τσιμπίδες, χτένια θ’ αυλακώνανε τα νεύρα Σου,
Θα Σου περνούσε στο λαιμό αλυσίδα σιδερένια,
Θα Σου ξερίζωνε τα νύχια και τα δόντια,
Πελώριες μαύρες σαύρες θα Σου ‘ριχνε στο
πρόσωπο
Και τρομερές φωτιές θα ‘βαζε να Σου γλείφουν
το λαιμό,
Θα Σου ‘βγαζε τα μάτια και τη γλώσσα
Και σ’ ένα πάσσαλο θα σε παλούκωνε στο τέλος.
Τέτοια ταπείνωση θα Σου ‘χε ετοιμαστεί,
Γιατί στάση φρικτότερη απ’ αυτήν δεν έχει
γίνει.
Κι ύστερα απ’ όλα αυτά και στα γουρούνια ακόμα
Θα Σ’ έριχνε για να Σου φαν κοιλιά και
εντόσθια.
Οι άλλοι τώρα πια φύγανε και βρίσκομαι μονάχος
Και κάθομαι στον πάγκο κι έχω τον τοίχο
απέναντι.
Θα ‘θελα, Κύριε, να μπω μέσα σε μια εκκλησία,
Όμως σ’ αυτή την πόλη πια καμπάνες δεν
υπάρχουν.
Τις σκέφτομαι που σώπασαν· πού είν’ οι
αρχαίες καμπάνες;
Πού είναι οι λιτανείες και τα γλυκά τροπάρια;
Οι ακολουθίες τι γίνανε κι οι ωραίες
δοξολογίες;
Κι οι λειτουργίες; Κι οι μουσικές;
Οι υπερήφανοι αρχιερείς κι οι μοναχές Σου πού
είναι;
Κι η αυγή η λευκή; Και το ωμοφόριο των Αγίων;
Του Παραδείσου η χαρά πνίγεται μες στη σκόνη
Στις υαλοθήκες δεν αστράφτουν πια τα μυστικά
τα φώτα.
Αργεί να ‘ρθεί το χάραμα και μες στη στενή
τρώγλη
Οι σταυρωμένες σκιές ψυχορραγούνε στις
μεσοτοιχίες.
Μοιάζει της νύχτας Γολγοθάς που πέφτει σε
καθρέφτη
Και τρέμει κατακόκκινος πάνω σε μαύρο φόντο.
Μοιάζει της λάμπας ο καπνός με ξεβαμμένο
ασπρόρουχο
Που γύρω από τη μέση Σου τυλίγεται, στριμμένο.
Πάνω, η λάμπα κρέμεται ωχρή σαν το κεφάλι Σου,
Αναιμική και λυπημένη και νεκρή.
Τώρα στα τζάμια πάλλουνε παράξενες εκλάμψεις.
Κύριε, φοβάμαι, θλίβομαι για τη μεγάλη θλίψη
μου.
«Dic nobis, Maria, quid vidisti in via?»
- Είδα το φως να τρεμοσβήνει ταπεινό στο
ξημέρωμα.
«Dic nobis, Maria, quid vidisti in via?»
- Λευκότητες τρεμάμενες, κινιόντουσαν σα
χέρια.
«Dic nobis, Maria, quid vidisti in via?»
- Ο ανοιξιάτικος οιωνός στο στήθος μου
σκιρτούσε.
Η αυγή γλίστρησε, Κύριε, ψυχρή σα νεκροσέντονο
Στον άνεμο γυμνώνοντας και τους ουρανοξύστες.
Ένας τεράστιος θόρυβος πάνω απ’ την πόλη
ακούγεται.
Ήδη τα τρένα μαίνονται κι αναπηδούν στο
πέρασμά τους,
Κυλάνε τα μετρό βροντώντας κάτω από τη γη,
Οι σιδηρόδρομοι κουνάνε ολόκληρα γεφύρια.
Σείεται η πόλη. Και φωνές, φωτιά, καπνοί
παντού,
Ακούγονται βραχνές ατμού σειρήνες σα
στριγγλιές.
Τα πλήθη μες στον πυρετό του χρυσοθήρα ιδρώτα
Σπρώχνονται και χιμούν μαζί μες σε μακριούς
διαδρόμους.
Περίεργο, μες στη σύγχυση που οι στέγες
στεφανώνουν,
Να ο ήλιος, Κύριε, η μορφή Σου η ίδια,
ατιμασμένη απ’ τις φτυσιές.
Γυρίζω σπίτι, Κύριε. Πένθιμος, μόνος,
κουρασμένος…
Και το δωμάτιό μου είναι γυμνό σαν τάφος…
Κύριε, είμ’ ολομόναχος. Με ψήνει ο πυρετός…
Και το κρεβάτι κρύο, κρύο σα φέρετρο…
Κλείνω τα μάτια και τα δόντια μου χτυπούν.
Είμαι ολομόναχος. Κρυώνω. Σε φωνάζω…
Μπροστά στα μάτια μου γυρίζουν εκατό χιλιάδες
σβούρες…
Όχι! Γυναίκες είναι… Όχι, εκατό χιλιάδες
βιολοντσέλα…
Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, της δυστυχίας τις ώρες…
Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, τις ώρες μου που φύγαν…
Κύριε, δε Σε σκέφτομαι πια. Δε Σε σκέφτομαι
πια.
Τρίτη 25 Μαρτίου 2014
Εφυγε ένας σπουδαίος διανοητής του καιρού μας
(από:http://www.avgi.gr/article/2144331/o-eugenis-mas-nekros)
«Ὁ ξένος νεκρὸς δὲν ὑπολογίζεται. Ἀνήκει στὰ κατάστιχα τῆς στατιστικῆς καὶ στὰ τερατώδη καμώματα τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀντίθετα, ὁ δικός μας νεκρός, ὁ χτεσινὸς φίλος ποὺ χάριζε νόημα μὲ κάθε του κίνηση στὴν ἀνομολόγητη συνενοχή, ἀποκτᾶ ἀνυπολόγιστα δικαιώματα. Αἰφνίδια μεταμορφώνεται σὲ ἄφαντο θεὸ ποὺ σὲ περιεργάζεται σὲ κάθε τόπο καὶ σὲ κάθε στιγμή, ἀδειάζει τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ του παρουσία, γιὰ νὰ μετουσιωθεῖ σὲ πανίσχυρη δεισιδαιμονία. Ὅτι εἴχαμε τοῦ ἀνήκει, ὅτι κάνουμε τὸ διεκδικεῖ. Στὰ πάντα σπεύδει πρὶν ἀπό μᾶς, στὰ πάντα μᾶς ἀφήνει προσωρινὰ ἐλεύθερους» έγραφε ο Κωστής Παπαγιώργης στο «Γειά σου Ασημάκη» καταθέτοντας γραπτή σπονδή στον δικό του νεκρό φίλο Χρήστο Βακαλόπουλο.
Αίφνης την Παρασκευή το βράδυ ο Κωστής Παπαγιώργης κατέστη ο «δικός μας» νεκρός, έχοντας φροντίσει προηγουμένως να μας καταστήσει συμμέτοχους της σκέψης του, πρωτότυπης και ξεχωριστής, μέσα από τα πολυδιαβασμένα βιβλία του. Πέθανε πρόωρα, στα 67 του χρόνια, «έπειτα από αιφνίδια και σοβαρή περιπέτεια της υγείας του», όπως ανακοίνωσαν οι εκδόσεις Καστανιώτη. Κηδεύτηκε χθες στις 4 μ.μ. στο Κοιμητήριο Χαλανδρίου.
Ευγενής διανοούμενος, συγγραφέας και μεταφραστής, πένα και σκέψη ξεχωριστή στα πεπραγμένα των γραμμάτων μας, έγραψε για καταστάσεις της ζωής, για τη ζωή και τον θάνατο, για την εθνική μας ιδιοσυστασία, για την ψυχή και το σώμα, για την τέχνη και την Ιστορία. Αφηγηματικά γοητευτικός, με ύφος ξεχωριστό, ο δοκιμιακός του λόγος, φροντισμένος και καλλιεπής, δεν περιχαρακώθηκε σε στυλιστικά κλισέ και την αυταρέσκεια, στην οποία καταφεύγει συχνά η διανόηση. Με την ειλικρίνεια της αυθεντικότητάς του και με την οικειότητα του συμπάσχοντος συνάντησε τον αναγνώστη του ο Παπαγιώργης, καθιστώντας τον «οικείο συνένοχο» στην πρωτότυπη σκέψη και το γνήσιον του στοχασμού του.
«Θα μπορούσα να γράφω ένα βιβλίο χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, τα θέματα δεν μου λείπουν ούτε και η διάθεση. Αυτό που με σταμάτησε ήταν το μάταιο της όλης υπόθεσης: αν είχα κάτι να πω, το εξέφρασα λίγο - πολύ σε καμιά εικοσαριά βιβλιαράκια που ευτυχώς διαβάστηκαν και έτσι έδιωξαν από πάνω μου τη σκιά του αδικημένου. Γιατί να συνεχίζω;» ομολογούσε αφοπλιστικά στο Νέο Πλανόδιον πριν από μερικούς μήνες. Χωρίς τη σκιά του αδικημένου, λοιπόν, καταπιάστηκε από το βίωμα της μέθης, τη ζηλοτυπία, τη μισανθρωπία, τη φιλία, τον φόβο, τη μνησικακία και όλα τα μυστικά της συμπάθειας, μέχρι τα ιδιαιτέρως προσωπικά φιλοτεχνημένα πορτρέτα του Παπαδιαμάντη και του Ντοστογιέφσκι και από τους δικούς του αγαπημένους νεκρούς, όπως ο Χρήστος Βακαλόπουλος, μέχρι τα απέθαντα εθνικά μας κουσούρια.
Τα βιβλία του αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν πολύ διότι, όπως σημειώνουν οι εκδόσεις Καστανιώτη, με τις οποίες συνεργάστηκε επί σειρά ετών, έφεραν «όλα χαρίσματα ενός μεγάλου σύγχρονου λογίου που διέθετε γνήσια λαϊκή εκφραστικότητα, τόσο στην επαφή του με τους ανθρώπους όσο και στα γραπτά του».
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημοδιδάσκαλος. Από το 1951 έως το 1960 έζησε στην Παραλία Κύμης. Το 1966 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές Νομικής, την εγκατέλειψε όμως έναν χρόνο αργότερα λόγω χούντας. Βρέθηκε για μια επταετία στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας στο Βενσέν. Το 1975 επέστρεψε στην Αθήνα. Έκτοτε ασχολήθηκε με τη μετάφραση σημαντικών φιλοσοφικών έργων (Πασκάλ, Κίρκεγκωρ, Φουκώ, Σιοράν, Ντεριντά κ.ά.).
Αλλά και με τη συγγραφή των δοκιμίων του. Έγραψε τα βιβλία: Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Γεια σου, Ασημάκη, Εμμανουήλ Ξάνθος (Ο Φιλικός), Ζώντες και τεθνεώτες, Η κόκκινη αλεπού - Οι ξυλοδαρμοί, Η ομηρική μάχη, Ίμερος και κλινοπάλη, Κανέλλος Δεληγιάννης, Κέντρο Δηλητηριάσεων, Λάδια ξίδια, Μυστικά της συμπάθειας, Ντοστογιέφκι, Ο Χέγκελ και η γερμανική επανάσταση, Περί μέθης, Περί μνήμης, Σιαμαία και ετεροθαλή, Σύνδρομο αγοραφοβίας, Σωκράτης (Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί), Τα γελαστά ζώα, Τα καπάκια (Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος), Τρία μουστάκια (Ψιχία μηδενισμού).
Στις εκδόσεις Καστανιώτη ήταν διευθυντής των σειρών Ελάσσονα Φιλοσοφικά, Μείζονα Φιλοσοφικά και Μέγιστα Φιλοσοφικά. Συνεργάστηκε ακόμα με πολλά περιοδικά ("Αθηνόραμα", "Αντί", "Το Δέντρο", "Ο Κόσμος του Βιβλίου" κ.ά.), εφημερίδες ("Lifo", "Επενδυτής" και, παλαιότερα, "Απογευματινή"), καθώς και με πόρταλ στο διαδίκτυο ("Protagon" κ.ά.). Το 2002 τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μαρτυρίας - Χρονικού για το βιβλίο του Κανέλλος Δεληγιάννης. Ήταν παντρεμένος με τη Ράνια Σταθοπούλου.
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014
21 Μαρτίου: Παγκόσμια ημέρα ποίησης - 12+1 επιλογες
Γιώργος Σεφέρης-''Ελένη''
Καρυωτάκης- ''Ανδρείκελα''
Καρυωτάκης- ''Ανδρείκελα''
Χατζιδάκις-''Κεμάλ''
Γιάννης Σκαρίμπας- ''Ουλαλούμ''
Ντίνος Χριστιανόπουλος-''Όλο και πιο πολύ''
Νίκος Καββαδίας - ''Οι 7 νάνοι στο ss Cyrenia''
Τάσος Λειβαδίτης-''Την πόρτα ανοίγω το βράδυ''
Θανάσης Παπακωνσταντίνου-'Φορτίνο Σαμάνο''
Μάνος Λοΐζος- ''Σ'ακολουθώ''
Κώστας Καρυωτάκης-''μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων''
Διονύσης Σαββοπουλος-''Είδα την Άννα κάποτε''
Νίκος Καββαδίας - Μαραμπού
+ Charles Bukowski-''Style''
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


